Νένα Μεντή: «Δεν ξέρω αν όλες οι γιαγιάδες είναι τόσο υπερβολικά… ηλίθιες, όπως εγώ»
Η ηθοποιός μίλησε για την… τρέλα που έχει με εγγόνι της που την έχει κάνει τόσο ευτυχισμένη και της έχει δώσει παράταση ζωής!
Τι είπε η Νένα Μεντή σε ένα τύπο σε ταβέρνα που φωτογράφιζε το μπιφτέκι του; Γιατί η Κατίνα Παξινού δεν της έμαθε τίποτα; Πόσο… χαζογιαγιά νιώθει; Η ηθοποιός ήταν καλεσμένη στο vidcast «Ποιος είσαι τελικά;» και ήταν απολαυστική. «Έχω εγγόνι, δεν υπάρχει τέτοια ευτυχία. Η μάνα είναι νεότερη πολύ σε ηλικία όταν έχει παιδί. Όταν έχει εγγόνι, πάει προς το ου-ου-ου. Εκεί, λοιπόν, της δίνει το εγγόνι παράταση ζωής, γιατί νιώθει πάλι ότι πρέπει να ζήσει.
Δεν είναι μόνο το θέατρο που θέλω να ζήσω. Δεν είναι μόνο ότι αγαπάω δέκα ανθρώπους. Είναι το εγγόνι μου! Με κάνει τόσο ευτυχισμένη. Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα! Δεν ξέρω αν είναι όλα τα εγγόνια του κόσμου, ούτε όλες οι γιαγιάδες τόσο ηλίθιες όπως εγώ. Μπορεί να είμαι και υπερβολικά. Χαζομάνα δεν ήμουν πάντως. Με το εγγόνι έχω πάθει αυτή την πλάκα».
«Η Παξινού δεν μου έμαθε τίποτα»
«Είχα καθηγήτρια την Παξινού, αλλά δεν μου έμαθε τίποτα! Όταν έπαιζε όμως κι αυτή και ο Μινωτής, χάζευα και επειδή ήταν δύο κορυφαίοι ηθοποιοί που δεν μπορούσαμε εμείς ούτε στο νυχάκι τους, τα ’χανα. Έλεγα πώς γίνεται αυτό; Πήγαινα και τη ρώταγα πως το κάνεις αυτό ας πούμε. Είναι άλλη ιστορία να διδάξεις, όχι αυτό που κάνεις εσύ, αυτό που μπορεί η Νένα να κάνει.
Μόνο ο Βόκοβιτς ήταν ένας άνθρωπος που έπαιξε έναν ρόλο στη ζωή μου, γιατί ήταν ένας άμεσος, ειλικρινής, ζεστός, ανθρώπινος και μου έλεγε: τι να σου πω αγάπη μου, εσύ τα έχεις όλα. Αυτό εμένα μου ’δινε δυνάμεις χωρίς να γίνω με ψώνιο γιατί είχα τα κρατήματα του σπιτιού μου, να μην ξεφύγω, να μην γίνω νούμερο, ότι λέμε ποια είμαι εγώ; Γιατί οι ηθοποιοί το έχουμε αυτό και γενικά οι καλλιτέχνες. Και γενικά οι άνθρωποι. Δηλαδή ήμουνα προσγειωμένο παιδί».
«Γιατί φωτογραφίζεις το μπιφτέκι;»
«Συναντώ ζευγάρια σε ταβέρνες, γκόμενοι, τρώνε, δεν κοιτιούνται, δεν μιλάνε και πάω και τους λέω: παιδιά, ξέρετε ότι δύο ώρες δεν έχετε κοιταχτεί στα μάτια; Είδα άνθρωπο να φωτογραφίζει το μπιφτέκι που έτρωγε στην ταβέρνα. Πάω, λοιπόν και του λέω: με συγχωρείς πάρα πολύ, έχω περιέργεια, γιατί το φωτογραφίζεις; Για να το στείλω σε έναν φίλο μου, μου απαντά. Δεν μπορείς να τον πάρεις στο τηλέφωνο και να του πεις έφαγα ένα ωραίο μπιφτέκι προχθές στην ταβέρνα της κυρά Μάρως. Με γνώρισε κιόλας κι έμεινε άφωνος. Δεν ήξερε τι να πει, τα ’χασε.
Έχει γίνει μια τέτοια κατανάλωση αυτού του μέσου. Έχει χρησιμότητα για ανθρώπους που είναι ψαγμένοι, ενημερωμένοι εις βάθος του τι μπορεί να πάθεις από αυτή τη ζημιά, να αποτραβηχτείς, να απελπιστείς, να είσαι πολύ μοναχικός και καθόλου επικοινωνιακός. Να μην μιλάς με τον συνάνθρωπο δηλαδή. Δεν βλέπω ανθρώπους να μιλάνε πια. Στις ταβέρνες που πάω συχνά για να μιλήσω με τους φίλους μου, οι πιο πολλοί είναι βουβοί».